EN | GR A  A  A

ηλεκτρονικές υπηρεσίες

εκδηλώσεις

Περιβάλλον


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΦΥΣΗ - ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

Στο Δήμο Ανακτορίου, η παρουσία του υγρού στοιχείου είναι έντονη- και περιλαμβάνει το νοτιοδυτικό τμήμα του Αμβρακικού, λίμνες και λιμνοθάλασσες όπως η λίμνη Βουλκαριά, η λίμνη Σαλτίνη, οι λιμνοθάλασσες Μυρτάρι Βόνιτσας και Ρούγας, καθώς και ο όρμος της Βόνιτσας. Επίσης μπορούν να χαρακτηριστούν σαν τόποι μοναδικής ομορφιάς το κάστρο της Βόνιτσας, η λιμνοθάλασσα της Βόνιτσας, η λιμνοθάλασσα Σαλτίνη και η χερσόνησος του Ακτίου. Αξιόλογα αισθητικά στοιχεία είναι επίσης η λίμνη Βουλκαριά, η λίμνη Κομήτη (τεκτονικό βύθισμα), το νησί Κουκουμίτσα (150 m βορειότερα της Βόνιτσας) που καλύπτεται από πεύκα και κυπαρίσσια κλπ. Στην περιοχή έχουν καταγραφεί οι εξής σημαντικοί βιόιοποι :  

 

Λίμνες Βουλκαριά και Σαλτίνη

Οι λίμνες Βουλκαριά και Σαλτίνη έχουν προταθεί και οριοθετηθεί ως υγροβιότοποι μέσω του προγράμματος Natura 2000, συνολικής έκτασης 12.750 στρέμματα, με υψόμετρο από 0 m έως 13 m. Οι δύο λίμνες, δε συνδέονται, αλλά αποτελούν ενιαίο βιότοπο λόγω της μικρής απόστασής τους.

Η λίμνη Βουλκαριά είναι αβαθής μεσότροφη ενώ έχει έκταση 9,6 τετρ. χλμ και μέγιστο βάθος 2,5 m με φράγμα και διώρυγα επικοινωνίας με τη θάλασσα στο ΒΔ τμήμα της. Βρίσκεται 1 km ανατολικά του Αγίου Νικολάου. Περιέχει γλυκό έως υφάλμυρο νερό. Το έδαφός της είναι αμμοαργιλώδες. Περιβάλλεται από πυκνές συστάδες καλαμιών, που σχηματίζουν κατάλληλο ενδιαίτημα για φώλιασμα και αναπαραγωγή πολλών υδροβίων πτηνών.

Η λίμνη Σαλτίνη (ή λιμνοθάλασσα του Ακτίου) είναι αβαθής, βρίσκεται 4 km νότια του Δήμου Πρέβεζας και αποτελείται από δύο τμήματα που xωρίζoνται από το δρόμο του Ακτίου. Το ανατολικό τμήμα (Μικρή Σαλτίνη) είναι μικρότερο και έχει ελάχιστο νερό. Το δυτικό τμήμα είναι μια ρηχή λιμνοθάλασσα με αλμυρό και υφάλμυρο νερό. Το έδαφός της είναι αμμοαργιλώδες.

 

Λιμνοθάλασσα Βόνιτσας

Η συνολική έκταση του βιοτόπου είναι 500 στρέμματα, με υψόμετρο από 0 ως 30 m και βρίσκεται 0,2 km δυτικά της Βόνιτσας. Η λιμνοθάλασσα, που είναι αβαθής, περιέχει νερό μεταβαλλόμενης αλατότητας, με επικράτηση του υφάλμυρου. Έχει μεγάλη ιχθυοπαραγωγική σημασία και λειτουργεί ως φυσικό ιχθυοτροφείο. Στα σημεία της λιμνοθάλασσας όπου το νερό έχει τη μικρότερη αλατότητα αναπτύσσονται πυκνές συστάδες καλαμιών, που σxηματίζoυν αξιόλoγo οικολογικό ενδιαίτημα υδροβίων πτηνών.

Η λιμνοθάλασσα αυτή παρoυσιάζει τη χαμηλότερη αλατότητα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού και κυμαίνεται από 4-11‰. Η θερμοκρασία όπως άλλωστε και σε όλες τις λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού δε λαμβάνει ακραίες τιμές, με ελάχιστη τιμή τους χειμερινούς μήνες τους 8°C και μέγιστη τους 29°C τον Αύγουστο.

Το διαλυμένο oξυγόνo σ' όλες τις λιμνοθάλασσες συνήθως υπολείπεται των ποσοστών κορεσμού του νερού σε oξυγόνo. Στη λιμνοθάλασσα Λιμένι άλλοτε παρατηρούνται τιμές μικρότερες κατά 3 ~ 10% της τιμής κορεσμού και άλλοτε υψηλότερες κατά 20~25% (φαινόμενο υπεροfυγόνωσης).

 

Λιμνοθάλασσα Ρούγας

Είναι μια αβαθής λιμνοθάλασσα, έκτασης 250 στρεμμάτων, που βρίσκεται 3 km ανατολικά των Παλιαμπέλων.

 

Υγροβιότοπος του Αμβρακικού

Ο υγροβιότοπος του Αμβρακικού είναι από τους πιο σημαντικούς υγροβιοτόπους της Ελλάδας και ο μεγαλύτερος σε έκταση. Η έκτασή του υπολογίζεται σε 250 χιλιάδες στρέμματα μαζί με τις λιμνoθάλασσες. Προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες για την προστασία της άγριας ζωής και των φυσικών βιοτόπων και έχει οριοθετηθεί με κοινή διυπουργική απόφαση .

Η οικολογική του αξία οφείλεται στη σπανιότητα των διαπλάσεων (εναλλαγή χερσαίας και θαλάσσιας έκτασης καλαμιώνες, αλμυρόβαλτοι, λασποτόπια, λιμνοθάλασσες, λουρονησίδες, κόλπος), στην πλούσια αλόφιλη και υδρόφιλη βλάστηση, στην ποικιλία και σπανιότητα της πανίδας του.

Ο Αμβρακικός κόλπος αποτελεί μια σχεδόν κλειστή λεκάνη, με ανατολικό όριο τις απολήξεις του όρους Μακρυνόρος, βόρειο την προσχωσιγενή πεδιάδα της Άρτας, νότιο τους πρόποδες των Ακαρνανικών Ορέων, όπου και σχηματίζονται οι επιμέρους πεδιάδες της Βόνιτσας, και του Δρυμού και Δυτικό το Ιόνιο Πέλαγος, με το οποίο χωρίζεται από γαιώδη λωρίδα μέσου πλάτους 3km. Στο σύνολό τους οι ακτές του Αμβρακικού παρουσιάζουν ήπιες σχετικά μορφολογικές κλίσεις, με εξαίρεση το Νότιο και το Βορειοανατολικό τμήμα, όπου οι κλίσεις είναι περισσότερο απότομες.

Στο πολυσχιδές απότομο Νότιο τμήμα εξαίρεση αποτελούν οι προσχωματικής προέλευσης περιοχές της Βόνιτσας, Δρυμού - Λουτρακίου, Ακτίου που ταυτόχρονα εμφανίζουν και τις ηπιότερες μορφολογικες κλίσεις αυτού του τμήματος.

Μεταξύ των ακρωτηρίων Ακρί και Παναγιά σχηματίζεται ανοιχτού τοξοειδούς σχήματος ακτή, με ομαλή στα δυτικά μορφολογία και με μικρές απότομες εγκολπώσεις και ορμίσκους στα ανατολικά (Παληόβαρκα, Αγ. Πέτρος). Το ακρωτήρι Παναγιά μαζί με τη νησίδα Κέφαλος αποτελούν το βορειότερο σημείο της νότιας ακτής του Αμβρακικού κόλπου. Στη συνέχεια προς τα ανατολικά και μέχρι το ακρωτήριο Γελάδα εμφανίζονται καλά προστατευόμενοι όρμοι (Αγ. Μάρκος) και η επιμήκης λιμνοθάλασσα Λιμένι, δυτικά της πόλης της Βόνιτσας.

Η μεταξύ των ακρωτηρίων Γελάδα και Χαλίκι περιοχή σχηματίζει ήπιας μορφολογίας ακτές, τους όρμους Αγ. Παρασκευής και Ρούγας καθώς και την ομώνυμη και προστατευόμενη ομώνυμη και προστατευμένη στη σκιά του ασβεστoλιθικoύ άμμου λιμνοθάλασσα. Το αποστρογγυλωμένο, λατυποπαγούς κυρίως σύνθεσης ακρωτήριο Βόλιμος, αποτελεί το συμμετρικό αντίποδα του ακρωτηρίου Χαλίκι, ενώ στην κυρίως μάζα τους έντονες και βαθιά χαραγμένες είναι οι καρστικές μορφές (Λ. Λινοβρόχι, Λ. Γουβού, κ.λ.π.)

Είναι ένας αβαθής κλειστός κόλπος με μέγιστο βάθος 65 m και μέσο βάθος τα 26 m, με περιορισμένη ανανέωση νερών μέσω του διαύλου του Ακτίου-Πρέβεζας πλάτους 600m και βάθους 5m και με ασθενή εσωτερική κυκλοφορία των νερών, αφού η διαδικασία ανανέωσης των νερών διαρκεί περίπου ένα χρόνο. Το ισoζύγιo του νερού στον Αμβρακικό κόλπο είναι θετικό δηλαδή δέχεται περισσότερο γλυκό νερό από ποταμούς και βροχοπτώσεις ενώ χάνει πολύ λιγότερο μέσω εξάτμισης. Τα γλυκά νερά του Κόλπου που εισέρχονται από τους ποταμούς Λούρο και Άραχθο, επηρεάζουν καθοριστικά τα φυσικοχημικά και βιολογικά Χαρακτηριστικά του και δημιουργούν ισχυρή στρωμάτωση παρεμπoδίζoντας την ανανέωση των βαθύτερων στρωμάτων σε οξυγόνο. Συγχρόνως εισέρχονται στον κόλπο μεγάλες ποσότητες Θρεπτικών αλάτων με αποτέλεσμα την εξαιρετικά μεγάλη παραγωγή φυτοπλακτού.

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

Στα παραλιακά αλίπεδα και στους αλμυρόβαλτους συναντάται κυρίως η αλοφυτική βλάστηση απoτελoύμενη από μικρά σαρκώδη φυτά με κοινή ονομασία αρμυρήΘρες. Τα φυτά αυτά αποθηκεύουν μεγάλες συγκεντρώσεις αλατιού στα κύτταρά τους και είναι πλούσια σε θερμίδες. Στα περιοδικά κατακλυζόμενα εδάφη, με χαμηλότερη αλατότητα, εμφαvίζονται λειμώνες με βούρλα, Juncus acutus, και κατά τόπους θαμνώνες με αρμυρίκια.

Υδροχαρή φυτά καλύπτουν τις όχθες των λιμνών, των ρεμάτων και των αποστραγγιστικών τάφρων. Κύρια είδη των -καλαμιώνων είναι: το αγριοκάλαμο και η ψάθα. Τα διάφορα είδη καλαμιών που αναπτύσσονται σε κάθε ζώvη είναι συνάρτηση της αλατότητας του εδάφους. Υδρόφυτα αναπτύσσονται στην επιφάνεια του νερού.

Κατά μήκος των χειμάρρων και των ρεμάτων, της περιοχής συναντάται η παραποτάμια ή παρόχθια βλάστηση που αποτελείται από την πικροδάφνη, τον πλάτανο, τη λεύκα, τον ευκάλυπτο και την ιτιά. Φυτοκοινωνίες με αειθαλή βλάστηση (κυρίως πεύκα) υπάρχουν στο λόφο του Κάστρου της Βόνιτσας. Πεύκα συναντάμε και στις ημιορεινές περιοχές ενώ το κυπαρίσσι κάνει αισθητή την παρουσία του σε όλη την περιοχή. Πολύ διαδεδομένη είναι και η ελιά.  Πιο σπάνια, συναντάμε πλατίτσες (Quercus conferta) και άλλα είδη Quercus (αγριοβελανιδιές).

Οι λόφοι γύρω από τη Βόνιτσα και οι ημιορεινές περιοχές καλύπτονται από πυκνές φυτοκοινωνίες της θαμνώδους σκληρόφυλλης αείφυλλης βλάστησης (μακκία βλάστηση). Η βλάστηση αυτή παρουσιάζει διαφορετική μορφή που εξαρτάται από τις εκάστοτε εδαφικές συνθήκες. Στη ζώνη των σκληροφύλλων αειφύλλων (που καλύπτει και τη μακκία) συναντάμε την αριά (Querus ilex), την κοκκορεβιΘιά (Pistacia terebinthus), την αγριοκουμαριά (Arbutus andrachne), την ερείκη (Εήca sp.). Πολύ συχνά συναντάμε το σχίνο (Pistacia lentiscus), το σπάρτο (Spartium junceum), το φυλλίκι (Phillyrea media), την κουτσουπιά (Cercis siliquastrum), την γκορτσιά (Pirus amygdaliformis), την ασφάλαχτο (Calycotome villosa), τη μυρτιά (Myrtus communis), το κέδρο (Juniperus sp.). Στα ασβεστολιθικά πετρώματα των Ακαρνανικών Ορέων μεγάλη εξάπλωση έχει το πουρνάρι (Quercus coccifera). Από τα αείφυλλα πλατύφυλλα συναντάμε το παλιούρι (Paliurus SΡίna-christi) που συνυπάρχει με τα προηγούμενα είδη. Επίσης, μεγάλη διάδοση έχουν και πολλά αρωματικά φυτά.

Οι λόφοι αυτοί δίνουν μια ιδιαίτερη αισθητική εντύπωση. Το γεωργικό τμήμα της περιοχής αποτελεί επίσης τόπο με αισθητική αξία, κυρίως όπου έχουν διατηρηθεί οι φυτοφράχτες, με την αγράμπελη, την αγριοτριανταφυλλιά, τον κισσό κλπ. Γενικά το φυσικό τοπίο της περιοχής χαρακτηρίζεται από ποικιλία, εναλλαγή χρωμάτων και απαλών γραμμών.

 

ΠΑΝΙΔΑ

Ορνιθοπανίδα

Το σύστημα των υγροτόπων σε συνδυασμό με τις γύρω ημιορεινές και ορεινές ζώνες προσφέρει καταφύγιο για ένα πολύ μεγάλο αριθμό πουλιών. Περισσότερα από 280 είδη πουλιών έχουν παρατηρηθεί στον Αμβρακικό. Mεταξύ τους σπάνια και απειλούμενα είδη όπως ο αργυροπελεκάνος, η χαλκόκοτα, ο στικταετός κ.τ.λ.

Ο αργυροπελεκάνος είναι το σπανιότερο από τα επτά είδη πελεκάνων που υπάρχουν στο κόσμο και το δεύτερο σε μέγεθος είδος πουλιού στον πλανήτη (ύψος 1,2 m, άνοιγμα φτερών έως 3,2 m, βάρος 6-10 κιλά). Το υδρόβιο αυτό πουλί έχει χρώμα φτερώματος ανοιχτό σταχτί και κύριο Χαρακτηριστικό του το μακρύ του ράμφος, που φέρει διαστελλόμενο σάκο στο κάτω μέρος του. Τα πόδια του είναι κοντά και δυνατά με δάχτυλα συνδεόμενα μεταξύ τους με μεμβράνη.

Στην ευρύτερη περιοχή της μελέτης, ανάλογα τις εποχές έχουν παρατηρηθεί διάφορα είδη ορνιθοπανίδας όπως: πάπιες, βραχοκιρκίνεζο, νεροπουλάδα, σταχτοσουσουράδα, πετροχελίδονο, καλαμοτσίχλανο, μαυρογλάρονο, ορθοχελίδονο.

Οι λίμνες Βουλκαριά και Σαλτίνη βρίσκονται στο κύριο διάδρομο της μαζικής μετανάστευσης των πουλιών και αποτελούν 'πολύ σπουδαίους, σύντομους αλλά και ζωτικoύς σταθμούς για μεγάλους πληθυσμούς πουλιών. Τα αποδημητικά πουλιά συνήθως σταθμεύουν για να τραφούν και να αναπαυθούν. Δεν έχουν εντοπιστεί πολλά είδη υδροβίων πτηνών τα οποία να φωλιάζουν και να αναπαράγονται στις λίμνες αυτές. Πιθανές αιτίες είναι οι οχλήσεις από τις παρακείμενες ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η διέλευση οχημάτων.

 

Ιχθυοπανίδα

Η πανίδα των εσωτερικών υδάτων της περιοχής του Ν. Αμβρακικού έχει περιληπτικά, ως εξής :

Ο κάβουρας, η γαρίδα, η καραβίδα, ο αστακός, το χταπόδι, η σουπιά, το καλαμάρι, το στρείδι, το μύδι, ο κυπρίνος, χέλι, αθερίνα, τσιπούρα, λαυράκι, σαρδέλα, συναγρίδα, γόπα, κουτσομούρα, μπαρμπούνι, σαφρίδι, γλώσσα, σπάρος, λιθρίνι, σαργός, μελανούρι, μαρίδα, γαύρος, κέφαλος.

 

Άλλα είδη πανίδας

Θηλαστικά

Ακανθόχοιρος, σκίουρος, λαγός, ασβός, αλεπού, δελφίνι, ερπετά. Σημαντική επίσης είναι και η παρουσία της χελώνας  caretta carreta στις ακτές της περιοχής.

είσοδος
συνδεθείτε με τα στοιχεία εγγραφής σας

newsletter
sign up to our newsletter
Name:
email: